Διευθυνση Ιατρείου: Δαβάκη 50 Καλλιθέα


Κατευθυντήριες οδηγίες για τους πολύποδες παχέος εντέρου και ορθού

Η διάγνωση των πολυπόδων του παχέος εντέρου μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με κολονοσκόπηση είτε με ακτινολογική διερεύνηση του παχέος εντέρου.

Η κολονοσκόπηση αποτελεί τη μέθοδο εκλογής, καθώς επιτρέπει τόσο τη λεπτομερή επισκόπηση του βλεννογόνου όσο και την άμεση αφαίρεση των πολυπόδων με πολυπεκτομή ή ηλεκτροδιαθερμία κατά την ίδια συνεδρία.


Ποιες εξετάσεις χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση των πολυπόδων;

Η κολονοσκόπηση παραμένει η πιο αξιόπιστη διαγνωστική μέθοδος για τη διερεύνηση του παχέος εντέρου.

Ο απλός βαριούχος υποκλυσμός δεν θεωρείται πλέον ενδεδειγμένη διαγνωστική εξέταση. Αντίθετα, ο βαριούχος υποκλυσμός διπλής αντίθεσης προσφέρει καλύτερη διαγνωστική ακρίβεια, ιδιαίτερα για πολύποδες που εντοπίζονται στο αριστερό κόλον.

Σε ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε πλήρη κολονοσκόπηση ή δεν την ανέχθηκαν επαρκώς, ο συνδυασμός εύκαμπτης σιγμοειδοσκόπησης και βαριούχου υποκλυσμού διπλής αντίθεσης μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση.


Κατευθυντήριες οδηγίες για τους πολύποδες παχέος εντέρου και ορθού με απεικόνιση κολονοσκόπησης, πολυπεκτομής και προγράμματος παρακολούθησης.
Η έγκαιρη διάγνωση, η πλήρης πολυπεκτομή και η σωστή παρακολούθηση αποτελούν τα βασικά στοιχεία πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου.

Πότε πρέπει να αφαιρείται ένας πολύποδας;

Η ανεύρεση οποιουδήποτε πολύποδα σε ακτινολογικό έλεγχο θα πρέπει να ακολουθείται από κολονοσκόπηση με στόχο:

  • την αφαίρεση του πολύποδα,
  • τον καθορισμό του ιστολογικού τύπου,
  • τη διερεύνηση πιθανών συνυπαρχουσών βλαβών.

Κατά τη διάρκεια της κολονοσκόπησης, οι μικροί πολύποδες θα πρέπει να αφαιρούνται πλήρως όταν αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν περισσότεροι από 20 μικροί πολύποδες, συνιστάται η λήψη αντιπροσωπευτικών βιοψιών.


Υπάρχουν προϋποθέσεις για ασφαλή πολυπεκτομή;

Ναι.

Δεν πρέπει να επιχειρείται αφαίρεση ή καταστροφή πολύποδα με ηλεκτροδιαθερμία εάν δεν έχει προηγηθεί πλήρης καθαρισμός του παχέος εντέρου.

Η παρουσία εύφλεκτων αερίων στον αυλό του εντέρου μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό κίνδυνο κατά τη χρήση ηλεκτροδιαθερμίας.


Ποια είναι η αντιμετώπιση των πολυπόδων που ανευρίσκονται στη σιγμοειδοσκόπηση;

Οι πολύποδες που ανακαλύπτονται κατά τη σιγμοειδοσκόπηση θα πρέπει τουλάχιστον να υποβάλλονται σε βιοψία.

Εάν όλοι οι πολύποδες αποδειχθούν υπερπλαστικοί, συνήθως δεν απαιτείται πλήρης κολονοσκόπηση.

Αντίθετα, πλήρης κολονοσκόπηση ενδείκνυται όταν διαπιστώνεται:

  • αδένωμα μεγαλύτερο από 1 εκ.,
  • λαχνωτή αρχιτεκτονική,
  • υψηλού βαθμού δυσπλασία,
  • πολλαπλά αδενώματα.

Τι γίνεται όταν ένας πολύποδας δεν αφαιρεθεί πλήρως;

Όταν υπάρχει υποψία ατελούς πολυπεκτομής, συνιστάται επανέλεγχος με κολονοσκόπηση σε 3 έως 4 μήνες.

Κατά τη νέα εξέταση θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για πλήρη αφαίρεση της βλάβης.

Εάν απαιτηθεί, η κολονοσκόπηση επαναλαμβάνεται μετά από 3 έως 6 μήνες.

Όταν έχουν προηγηθεί δύο ή τρεις ανεπιτυχείς ενδοσκοπικές προσπάθειες πλήρους αφαίρεσης, θα πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα χειρουργικής εκτομής.


Γιατί είναι απαραίτητη η ιστολογική εξέταση;

Όλα τα παρασκευάσματα πολυπεκτομής πρέπει να αποστέλλονται για παθολογοανατομική εξέταση.

Η ιστολογική αξιολόγηση καθορίζει:

  • τον τύπο του πολύποδα,
  • τον βαθμό δυσπλασίας,
  • την παρουσία ή όχι διηθητικού καρκίνου,
  • την πληρότητα της εκτομής.

Οι πληροφορίες αυτές είναι καθοριστικές για τη μετέπειτα θεραπευτική στρατηγική.


Πότε η πολυπεκτομή θεωρείται οριστική θεραπεία;

Οι υψηλού βαθμού δυσπλασίες θεωρούνται μη διηθητικές όταν ανευρίσκονται μέσα σε πλήρως εξαιρεθέντα πολύποδα με ελεύθερα όρια εκτομής.

Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται περαιτέρω θεραπεία.

Ακόμη και σε πολύποδες με κακοήθη εξαλλαγή, η πολυπεκτομή μπορεί να θεωρηθεί θεραπευτική όταν πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  • έχει επιτευχθεί πλήρης αφαίρεση του πολύποδα,
  • το παρασκεύασμα έχει σταλεί ακέραιο για ιστολογική εξέταση,
  • η ιστολογική εκτίμηση πραγματοποιήθηκε από έμπειρο παθολογοανατόμο,
  • το νεόπλασμα δεν είναι χαμηλής διαφοροποίησης,
  • δεν υπάρχει αγγειακή ή λεμφαγγειακή διήθηση,
  • τα όρια εκτομής είναι ελεύθερα νόσου.

Η διήθηση του μίσχου από μόνη της δεν αποτελεί δυσμενή προγνωστικό παράγοντα, εφόσον το όριο εκτομής παραμένει αρνητικό.


Πότε απαιτείται χειρουργική επέμβαση;

Ογκολογική κολεκτομή με συναφαίρεση των επιχώριων λεμφαδένων συνιστάται όταν υπάρχουν δυσμενή ιστολογικά χαρακτηριστικά.

Τέτοια χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν:

  • καρκίνωμα χαμηλής διαφοροποίησης,
  • λεμφαγγειακή διήθηση,
  • αγγειακή διήθηση,
  • θετικά όρια εκτομής,
  • αδυναμία εκτίμησης των ορίων λόγω θρυμματισμένου παρασκευάσματος.

Η χειρουργική εκτομή αποτελεί επίσης τη συνήθη επιλογή για πολυποειδείς όγκους με ευρεία βάση που περιέχουν διηθητικό καρκίνωμα.


Ποια παρακολούθηση απαιτείται μετά την πολυπεκτομή;

Η συχνότητα παρακολούθησης εξαρτάται από τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του πολύποδα.

Γενικά συνιστώνται:

  • κολονοσκόπηση σε 3–6 μήνες όταν η αφαίρεση δεν ήταν πλήρης,
  • κολονοσκόπηση σε 3–6 μήνες μετά την αφαίρεση μεγάλου άμισχου αδενώματος (>2 εκ.),
  • ετήσια κολονοσκόπηση για αδενώματα με υψηλού βαθμού δυσπλασία ή καρκίνο,
  • κολονοσκόπηση ανά τριετία για τους περισσότερους αδενωματώδεις πολύποδες χωρίς δυσμενείς προγνωστικούς παράγοντες.

Μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος υποτροπής;

Οι κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν:

  • διατροφή πλούσια σε φρούτα,
  • αυξημένη κατανάλωση λαχανικών,
  • επαρκή πρόσληψη φυτικών ινών,
  • περιορισμό λιπαρών τροφών,
  • αποφυγή καπνίσματος,
  • περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ,
  • τακτική σωματική άσκηση,
  • διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους.

Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση ανθρακικού ασβεστίου μπορεί να συμβάλλει στη μείωση των υποτροπών μετά από πολυπεκτομή.

Αντίθετα, παρά το γεγονός ότι οι αναστολείς COX-2 και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα έχουν συσχετιστεί με μείωση των πολυπόδων, η προληπτική χρήση τους δεν συνιστάται λόγω του αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου.


Τι πρέπει να θυμάστε

Η κολονοσκόπηση αποτελεί τη βασική μέθοδο διάγνωσης και θεραπείας των πολυπόδων του παχέος εντέρου. Η πλήρης αφαίρεση και η σωστή ιστολογική αξιολόγηση καθορίζουν εάν απαιτείται περαιτέρω θεραπεία ή απλή παρακολούθηση. Η τακτική επανεξέταση και η υιοθέτηση υγιεινών συνηθειών συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ