Δέρμα

Βασικοκυτταρικός καρκίνος

Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα: Ο πιο συχνός καρκίνος του δέρματος

Πρόκειται για την πιο συχνή κακοήθεια της λευκής φυλής που προέρχεται από κύτταρα της βασικής στιβάδας της επιδερμίδας και της ρίζας των τριχών. Η συχνότητά του ανευρίσκεται σημαντικά αυξημένη σε λευκούς που έχουν μεταναστεύσει σε τροπικές ή υποτροπικές χώρες. Σχετίζεται απόλυτα με την έκθεση στον ήλιο και την υπεριώδη ακτινοβολία. Επίσης εμφανίζεται πιο συχνά σε περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση σμηγματογόνων αδένων.

Διαφέρει από το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα δέρματος SCC αφού δεν προέρχεται από διαφοροποιημένα κύτταρα της επιδερμίδας. Αντίθετα με άλλα καρκινώματα δεν μεθίσταται σχεδόν ποτέ.

Κλινικές μορφές

Κλινικά διακρίνονται διάφοροι τύποι BCC:

1. Οζώδες BCC. Πρόκειται για μονήρεις, επηρμένες βλάβες που εμφανίζονται κυρίως στο πρόσωπο, έχουν δε διάφανη υφή, ερυθρωπό χρώμα, είναι σκληρές στην πίεση και εμφανίζουν τηλαγγειεκτασίες στην επιφάνειά τους. Αργότερα οι βλάβες αυτές μπορεί να εξελκωθούν. Είναι ο πιο συχνός τύπος BCC.

2. Σκληρωτικό BCC. Πρόκειται για λευκοκίτρινες πλάκες με ακαθόριστα όρια που μοιάζουν με σκληρόδερμα. Η εξέλκωση εμφανίζεται πολύ αργά στην πορεία της νόσου. Χαρακτηριστικά εμφανίζεται περιφερειακή ανάπτυξη του όγκου, ενώ στο κέντρο εγκαταλείπεται σκληρωτικός ινώδης ιστός.

3. Μελαχρωματικό BCC. Έχουν την ίδια κλινική μορφή με τα οζώδη BCC, αλλά εμφανίζουν σκούρο καφέ έως μαύρο χρώμα. Η διαφορική διάγνωσή του από το μελάνωμα του δέρματος ορισμένες φορές είναι δυσχερής.

4. Επιφανειακό BCC. Πρόκειται για μονήρεις ή πολλαπλές ερυθηματώδεις βλάβες που μπορεί να μοιάζουν με έκζεμα ή ψωρίαση. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους τύπους εμφανίζεται κυρίως στον κορμό.

5. Σύνδρομο βασικοκυτταρικών σπίλων (του Gorlin). Αναφέρθηκε στις προκαρκινικές καταστάσεις, και χαρακτηριστικό του είναι η ανάπτυξη πολλαπλών BCC.

Τέλος αναφέρονται διάφορες πιο σπάνιες μορφές BCC όπως το γραμμοειδές, το προκαρκινικό ινοεπιθηλίωμα, το καρκίνωμα από κύτταρα του Merkel και το εξαρτηματικό καρκίνωμα.

Διάγνωση

Για τη θεραπεία του BCC είναι απαραίτητη η ακριβής ιστολογική διάγνωση, που μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους όπως λήψη υλικού από τη βλάβη με απόξεση ή κατ’ εφαπτομένη εκτομή της βλάβης. Με τους παραπάνω τρόπους λαμβάνεται επιφανειακό τμήμα της βλάβης, και δεν μπορεί να γίνει εκτίμηση της εν τω βάθει επέκτασής της. Αντίθετα ακριβέστερος προσδιορισμός του βάθους μιας βλάβης μπορεί να γίνει με ειδικά κυκλικά εργαλεία που αφαιρούν δερματικό τεμάχιο σε όλο του το βάθος (punch biopsy). Διάμετρος 3 ή 4 mm είναι συνήθως ικανοποιητική για ακριβή διάγνωση.

Όλες οι παραπάνω μέθοδοι λήψης υλικού για ιστολογική διάγνωση αφορούν κυρίως μεγάλες βλάβες ή βλάβες σε ευαίσθητες περιοχές, όπου η αφαίρεσή τους θα μπορούσε να προκαλέσει λειτουργικό ή αισθητικό πρόβλημα. Στην πράξη τις περισσότερες φορές είναι δυνατό να γίνει βιοψία δι’ εκτομής (excisional biopsy) της βλάβης και να συνδυαστεί η διαγνωστική αυτή τεχνική με την οριστική θεραπεία της νόσου.

Οι διάφοροι τύποι BCC έχουν σημαντικές ιστολογικές διαφορές. Πάντα πρόκειται για πολλαπλασιασμό ομοίων, ωοειδών κυττάρων με βαθυχρωματικούς πυρήνες. Τα κύτταρα αυτά προέρχονται από τη βασική στιβάδα της επιδερμίδας. Συχνά υπάρχει ινώδης αντίδραση στην περιφέρεια της βλάβης. Μεγάλη σημασία έχει η ύπαρξη περινευρικής, λεμφικής ή βλεννογονοπεριοστικής επέκτασης της νόσου, που επιδεινώνει σημαντικά την πρόγνωση για τοπική θεραπεία. Τα BCC που έχουν διηθήσει το βλεννογόνο και το περιόστεο του προδρόμου της ρινός είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπιστούν, και μόνη ελπίδα θεραπείας είναι επιθετική και ριζική εκτομή του όγκου.

Θεραπεία

Πολλές μορφές θεραπείας έχουν χρησιμοποιηθεί για το BCC. Οι όγκοι αυτοί έχουν χαμηλή κακοήθεια, η τοπική δε εκρίζωση της νόσου είναι συνήθως και η οριστική θεραπεία. Στην επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία και η εργασία του ασθενούς, η θέση της βλάβης και το είδος του καρκινώματος. Η πρόγνωσή του είναι εξαιρετικά καλή. Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί λιγότερες από 200 περιπτώσεις μεταστατικού BCC. Εάν επιτευχθεί εκρίζωση της νόσου η πιθανότητα οριστικής θεραπείας είναι άριστη. Η πρόγνωση χειροτερεύει εάν υπάρχει επέκταση της βλάβης σε βλεννογόνους, στον πρόδρομο της ρινός ή στα βλέφαρα, ή μετά από πολλαπλές υποτροπές.  

1. Χειρουργική εκτομή σε υγιή όρια
Έχει το μεγάλο πλεονέκτημα της ακριβούς ιστολογικής διάγνωσης ως προς το είδος της βλάβης αλλά και ως προς τα όρια εκτομής. Για τις μικρές βλάβες η χειρουργική αφαίρεση σε υγιή όρια μπορεί να είναι ταυτόχρονα και η διαγνωστική βιοψία της βλάβης. Για μεγαλύτερες όμως βλάβες όπου η χειρουργική αφαί¬ρεση απαιτεί πιο σύνθετη αποκατάσταση, είναι απαραίτητη η προεγχειρητική βιοψία και διάγνωση της βλάβης. Όπου χρειάζεται, για μεγαλύτερους όγκους, πρέπει να γίνεται ο απαραίτητος ακτινολογικός έλεγχος (απλές ακτινογραφίες, υπολογιστική τομογραφία) για τη λήψη πληροφοριών ως προς την επέκταση της βλάβης, την επινέμηση οστών, κ.λπ.


Τα 3 mm (2-5 mm) θεωρούνται ικανοποιητικά, υγιή όρια εκτομής για βλάβες που αντιμετωπίζονται για πρώτη φορά. Τα όρια χρειάζεται να είναι μεγαλύτερα όταν πρόκειται για μεγάλους όγκους, ή για βλάβες που έχουν υποτροπιάσει. Το ινώδες BCC επίσης χρειάζεται μεγαλύτερα όρια εκτομής για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του. Η χρήση προσοφθάλμιων μεγεθυντικών φακών είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην εκτίμηση των ορίων της βλάβης και ως εκ τούτου των ορίων εκτομής.


Τις πιο πολλές φορές μία ατρακτοειδής εκτομή και άμεση σύγκλειση είναι ικανοποιητική για την αντιμετώπιση μικρών βλαβών. Για μεγαλύτερες βλάβες τα ελλείμματα που προκύπτουν χρειάζονται αποκατάσταση με μοσχεύματα ή κρημνούς.


Τα ποσοστά ίασης με τη χειρουργική εκτομή είναι μεγαλύτερα του 95%, εξαρτώνται δε άμεσα από το μέγεθος της αρχικής βλάβης. Για βλάβες μικρότερες του 1 cm τα ποσοστά ίασης πλησιάζουν το 100%.

2. Μικρογραφική χειρουργική (ή χημειοχειρουργική) του Mohs


Είναι μια τεχνική που αναπτύχθηκε το 1932 από τον Mohs. Πρόκειται για διαδοχικές εκτομές μιας βλάβης με ταυτόχρονη ιστολογική εξέταση των παρα¬σκευα¬σμάτων. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να επιτευ¬χθούν υγιή όρια εκτομής της βλάβης με τη μικρότερη δυνατή θυσία ιστών. Η μέθοδος περιλαμβάνει προεγχειρητική προετοιμασία των ιστών με χημικές ουσίες, έτσι ώστε να είναι δυνατή η άμεση ιστολογική εξέτασή τους χωρίς καταστροφή των δειγμάτων.


Η χημειοχειρουργική και η μικρογραφική χειρουργική είναι τεχνικές χρονοβόρες με αυξημένο κόστος. Λόγω της υψηλής αποτελεσματικότητάς τους υπάρχει ένδειξη χρήσης τους στις υποτροπές των δερματικών καρκίνων, σε επιθετικά είδη καρκίνων με ακαθόριστα όρια όπως το ινώδες BCC, καθώς και σε περιοχές γύρω από το μάτι, τη μύτη ή το στόμα όπου η οικονομία ιστών είναι πολύτιμη.

3. Ακτινοθεραπεία


Και η μέθοδος αυτή επιτυγχάνει ικανοποιητικά ποσοστά θεραπείας (~95%) για το BCC. Συνήθως ακτινοβολείται και μια περιοχή υγιούς δέρματος γύρω από τη βλάβη. Οι δόσεις που χρειάζονται είναι της τάξης των 5000 R.


Η ακτινική δερματίτιδα που προκαλείται από την ακτινοβολία έχει μειώσει κατά πολύ τη χρήση της μεθόδου αυτής στη θεραπεία του BCC. Παραμένει όμως ένα χρήσιμο εργαλείο όπου οι χειρουργικές εκτομές μπορεί να προκαλέσουν έντονες υπερτροφικές ουλές, όπως στο στέρνο ή την περιοχή του δελτοειδούς. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά της χειρουργικής θεραπείας ή για ανεγχείρητους όγκους, όπου ο κύριος σκοπός είναι η ανακουφιστική θεραπεία.

 

watermark smallΓια περισσότερες πληροφορίες και υπεύθυνη ενημέρωση επικοινωνήστε με τον κο Όθωνα Μιχαήλ, Γενικό Χειρουργό, Διευθυντή Χειρουργικής Κλινικής Ιατρικού Παλαιού Φαλήρου και Υπεύθυνο Τμήματος Ορθοπρωκτικής Χειρουργικής, Τηλ.: 2109520070, 6944435931 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. | http://www.omichail.gr

Menu